εσώρουχα


εσώρουχα
[эсоруха] ουσ. о.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εσώρουχα" в других словарях:

  • ντεσού — τα γυναικεία εσώρουχα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. dessous «γυναικεία εσώρουχα» < de «από» + sous «κάτω»] …   Dictionary of Greek

  • αλλαξίματα — τα (Α ἀλλάξιμα, τὰ) ενδύματα, ιδίως εσώρουχα, που φορεί κανείς σε αντικατάσταση άλλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ουσ. ἄλλαξις ή απευθείας από το ρ. ἀλλάσσω. Η αρχ. λ. ἀλλάξιμα, τά χρησιμοποιείται ως ουσιαστ. κατά παράλειψη τής προσδιοριζόμενης λ. ἱμάτια] …   Dictionary of Greek

  • αλλαξιά — η 1. ανταλλαγή, αλλαγή 2. ενδυμασία, φορεσιά 3. (ειδικότερα) εσωτερικός ιματισμός, τα εσώρουχα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. αλλαξ (άλλαξα, αλλάξω) τού ρήμ. αλλάζω + παραγ. κατάλ. ιά. ΠΑΡ. νεοελλ. αλλαξιάρης] …   Dictionary of Greek

  • ανάλλακτος — και χτος και γος, η, ο (Α ἀνάλλακτος, ον) αυτός που δεν μεταβάλλεται ή δεν μπορεί να μεταβληθεί, αμετάβλητος, αναλλοίωτος νεοελλ. 1. αυτός που δεν ανταλλάχθηκε ή δεν είναι δυνατόν να ανταλλαχθεί 2. αυτός που δεν αντικαταστάθηκε 3. αυτός που δεν… …   Dictionary of Greek

  • αναλλάζω — 1. αντικαθιστώ τα βρόμικα εσώρουχα με καθαρά ή τα καθημερινά ρούχα με γιορτινά 2. μεταβάλλομαι, αλλάζω …   Dictionary of Greek

  • αναλλαξιά — και αναλλαγιά, η το να μην αντικαθιστά κανείς τα βρόμικα εσώρουχα του με καθαρά …   Dictionary of Greek

  • εσώρουχο — και μεσόρουχο και εσωφόρι, το το εσωτερικό ρούχο, το ασπρόρρουχο. [ΕΤΥΜΟΛ. < έσω + ρούχο. Η λ. στον πληθ. εσώρουχα μαρτυρείται από το 1888 στο Ημερολόγιον Κυριών] …   Dictionary of Greek

  • κάμποτ — το (ακλ.) είδος αλεύκαστου βαμβακερού υφάσματος απλής υφάνσεως, το οποίο χρησιμοποιείται για εσώρουχα ή σεντόνια, αλλ. καλικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. cabot] …   Dictionary of Greek

  • κέντημα — Διακόσμηση υφάσματος που εκτελείται με βελόνα και νήμα μεταξωτό, μάλλινο κλπ. Οι συνηθέστερες βελονιές που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των κ. είναι η αρχαιότατη αλυσοβελονιά, η οποία μοιάζει με πλεξίδα, η σταυροβελονιά, η πισωβελονιά, που… …   Dictionary of Greek

  • λινοστολή — η λινά ενδύματα ή εσώρουχα …   Dictionary of Greek